
*Ρεπορτάζ Σύνθια Μπούσιου. Εφημερίδα «Πανεπιστήμιο Αθηνών», Φύλλο 3, κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» 30 Μαρτίου 2025
Σε μια εποχή που συχνά απομακρύνει την ελπίδα, τη φιλοδοξία και το όραμα για ένα μέλλον φωτεινό και δημιουργικό, οι φοιτητές και η νέα γενιά της χώρας είναι η υπενθύμιση πως, παρά την πολιτική ρευστότητα, την οικονομική αβεβαιότητα και τις ασταθείς συνθήκες, η επιθυμία τους να κατακτήσουν τα όνειρά τους δεν θα πάψει ποτέ να υπάρχει. Τα όνειρά αυτά δεν θα μπορούσαν, φυσικά, να μη συμπεριλαμβάνουν την επαγγελματική τους πορεία και τη θέση που φιλοδοξεί να κατακτήσει κάθε ένας στην κοινωνία που ζει.
Δεν συζητάμε, όμως, ίσως αρκετά, για το τι συμβαίνει κάπου ανάμεσα στη στιγμή που θα φορέσουμε την τήβεννο της ορκωμοσίας μας και στην πρώτη μας ημέρα ως εργαζόμενοι. Εργαζόμενοι σε μία θέση για την οποία όλοι μας, στις σχολικές τάξεις, τις φροντιστηριακές αίθουσες και τα πανεπιστημιακά έδρανα, σκυμμένοι πάνω από ένα βιβλίο, μοχθήσαμε.
Η επιθυμία μας αυτή για το επάγγελμα των ονείρων μας δεν έγκειται, φυσικά, αποκλειστικά στην εξασφάλιση ενός άνετου οικονομικά μέλλοντος. Η άσκηση του επαγγέλματός μας αποτελεί το εισιτήριο για τη συνεισφορά μας σε έναν κόσμο πιο βιώσιμο, το… «λιθαράκι» μας για τη δημιουργία μιας ανθρωπότητας πιο ανθρώπινης, αλλά και έναν σημαντικό παράγοντα για τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι ίδιοι αντιλαμβανόμαστε και τοποθετούμε τον εαυτό μας στον κόσμο.
Η επόμενη ημέρα
Μεταπτυχιακό ή αναζήτηση θέσης εργασίας; Στρατός ή πρακτική; Ελλάδα ή εξωτερικό; Ευκαιριακή, «στο πόδι», δίχως συσχετισμό με το πτυχίο μας δουλειά για άμεσες απολαβές ή αργή, επώδυνη, πιθανώς κακοπληρωμένη αλλά με κάποια προοπτική ανέλιξης στον επαγγελματικό μας κλάδο θέση εργασίας; Τα ερωτήματα που προέκυψαν από την έρευνα και το ρεπορτάζ είναι πολλά.
Στη συζήτηση που είχαμε με τέσσερις νέους που φοιτούν σε διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους, οι ανησυχίες και οι φόβοι δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ τους.
Η Αναστασία, δευτεροετής φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μοιράστηκε μαζί μας τις σκέψεις της για τη «μετά πτυχίο» εποχή. «Οι ανησυχίες που βιώνω νομίζω δεν διαφέρουν από τους συνήθεις φόβους κάθε φοιτητή, ο οποίος θα κληθεί να αντιμετωπίσει τη σχεδόν δυστοπική ελληνική πραγματικότητα μετά το πέρας των σπουδών του: Ανασφάλεια, υποτίμηση των δημοσίων σπουδών, χαμηλοί μισθοί που δεν ανταποκρίνονται στο φόρτο εργασίας, ασταθή ωράρια αποτελούν νόρμα για τους ασκούμενους δικηγόρους».
«Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας από τις τεχνικές / τεχνολογικές σχολές, η έξαρση των οποίων απειλεί σθεναρά τον ανθρωπιστικό κλάδο και αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην επιλογή του» συνεχίζει. «Στην απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών συμβάλλει και ο κορεσμός του κλάδου, αφού οι θέσεις εργασίας είναι ασφυκτικά περιορισμένες και πάντα υποβόσκει ο κίνδυνος η επαγγελματική επιλογή να υπόκειται σε επισφαλή κριτήρια».
«Θα μου δώσει η Ελλάδα εργασιακές ευκαιρίες;»
Η ανασφάλεια και η ανησυχία εντείνονται, όσο οι κόκκοι άμμου στην κλεψύδρα του χρόνου των σπουδών λιγοστεύουν. Ο Πέτρος, τελειόφοιτος του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνικών Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών, με ειδίκευση στις διαστημικές τεχνολογίες, όντας στο τελευταίο εξάμηνο της φοίτησής του, δεν μπορεί παρά να ατενίζει το μέλλον με αμηχανία, καθώς η χώρα μας δεν ενδείκνυται για τους επαγγελματίες του συγκεκριμένου κλάδου, αφού οι ευκαιρίες είναι ελάχιστες.
«Έχοντας ολοκληρώσει τον κορμό των προπτυχιακών μου σπουδών, βρίσκομαι αντιμέτωπος με διάφορες προκλήσεις και φόβους για το μέλλον μου. Ο μεγαλύτερός μου φόβος έγκειται στην αβεβαιότητά μου σχετικά με την επαγγελματική μου αποκατάσταση και τις περιορισμένες εγχώριες προοπτικές εξέλιξης. Αναρωτιέμαι αν η Ελλάδα θα μου δώσει την δυνατότητα να βρω ουσιαστικές ευκαιρίες ή αν, άθελά μου, γίνω και εγώ «θύμα» του brain drain, εγκαταλείποντας τη χώρα μου για να κυνηγήσω το μέλλον μου στο εξωτερικό».
Για τη Σταυριάννα, δευτεροετή φοιτήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, φαίνεται πως η επιλογή της σε έναν κλάδο που ανθίζει ραγδαία στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια και φαινομενικά προσφέρει άμεση επαγγελματική αποκατάσταση, δεν αποτελεί εγγύηση πως θα καταφέρει να κατακτήσει, εν τέλει, όλους τους στόχους της. «Βρίσκομαι σχεδόν στα μισά αυτής της ακαδημαϊκής «περιπέτειας», κατακλύζομαι πολύ συχνά από σενάρια και εικασίες για το αβέβαιο μέλλον της μετά πτυχίο εποχής. Ενώ γίνονται βήματα προς την εγκόλπωση των ανθρωπιστικών σπουδών από πλευράς κοινωνικών συστημάτων, εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά ψιλά γράμματα και περιορισμοί που κόβουν τη φόρα ακόμη και στους τολμηρούς και αποφασισμένους πτυχιούχους».
Μία ανάσα πριν το πτυχίο του, ο Γιάννης, φοιτητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, δεν μπορεί παρά να βρεθεί και αυτός σε έντονο προβληματισμό σχετικά με τα διλήμματα και τα εμπόδια που εγκυμονεί γι’ αυτόν το άμεσο μέλλον. «Ολοκληρώνοντας τη σχολή, αισθάνομαι γεμάτος γνώσεις και θέληση για εξέλιξη, ωστόσο οι προοπτικές δεν φαίνονται τόσο ευοίωνες.
Η – προαιρετική – πρακτική άσκηση μέσω του Πανεπιστημίου, αν και σημαντική, δεν παρέχει μετέπειτα εξασφαλισμένη επαγγελματική αποκατάσταση και συνήθως παραμένει απλώς μια ενδιαφέρουσα τρίμηνη εμπειρία. Κάτι ακόμα που με προβληματίζει είναι το γεγονός πως πρόκειται να έχω στα χέρια μου ένα πτυχίο δημοσιογραφικής σχολής, το οποίο όμως δεν μου δίνει οποιοδήποτε συγκριτικό πλεονέκτημα στην αγορά εργασίας, τυπικά τουλάχιστον, με βάση τους νόμους των τελευταίων ετών.
Τέλος, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία αποτελεί για εμένα ανασταλτικό παράγοντα στο να κοιτώ το μέλλον μου μετά το πτυχίο απρόσκοπτα, καθώς για έναν χρόνο θέτει σε δεύτερη μοίρα τόσο τις επαγγελματικές αναζητήσεις όσο και την ενδεχόμενη συνέχεια των σπουδών». Στο σημείο αυτό, η πολιτεία καλείται να σταθεί αντάξια των ονείρων μας. Η ανασφάλεια, οι περιορισμένες ευκαιρίες και η αβεβαιότητα δεν μπορούν να αποτελούν πλέον τον κανόνα, αλλά θα πρέπει να είναι αφορμή και αφετηρία ουσιαστικής αλλαγής.
Οι χαμηλοί μισθοί, η υποτίμηση των πτυχίων μας και η διαρκής απογοήτευση όσων πίστεψαν στο όνειρο μιας αξιοπρεπούς επαγγελματικής αποκατάστασης, δεν είναι απλώς συμπτώματα μιας στρεβλής οικονομίας, αλλά η απόδειξη ενός συστήματος που μας ωθεί είτε στο να εγκαταλείψουμε τα όνειρά μας είτε την ίδια μας τη χώρα. Ένα κράτος που επενδύει στη γνώση και δημιουργεί προοπτικές εξέλιξης δεν ενισχύει στην πραγματικότητα μόνο τους νέους, αλλά και την ίδια την κοινωνία.